Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Ιουλ 2026

Οἶδα (κλίση, σύνταξη, ομόρριζα)

 

Οδα (κλίση, σύνταξη, ομόρριζα)

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ με σημασία ΕΝΕΣΤΩΤΑ

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

 

οδα

οσθα

οδε

σμεν

στε

σασι(ν)

εδ

εδς

εδ

εδμεν

εδτε

εδσι(ν)

εδείην

εδείης

εδείη

εδείημεν – εδεμεν

εδείητε – εδετε

εδείησαν – εδεεν

σθι

στω

στε

στων ή στωσαν

εδέναι

 

Μετοχή

εδώς   (εδότος)  εδυα  (εδυίας)  εδός    (εδότος)

 

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ με σημασία ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΥ 

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

Οριστική

Ευκτική

Απαρέμφατο

δειν – δη

δεις – δησθα

δει – δειν

δεμεν – σμεν

δετε – στε

δεσαν – σαν

εσομαι – εδήσω

εσ (-ει) – εδήσεις

εσεται – εδήσει

εσόμεθα – εδήσομεν

εσεσθε – εδήσετε

εσονται – εδήσουσι(ν)

εσοίμην – εδήσοιμι

εσοιο – εδήσοις

εσοιτο – εδήσοι

εσοίμεθα – εδήσοιμεν

εσοισθε – εδήσοιτε

εσοιντο – εδήσοιεν

εσεσθαι – εδήσειν

Μετοχή

εσόμενος – εδήσων

εσομένη – εδήσουσα

εσόμενον – εδσον

 

ΣΥΝΤΑΞΗ

• οδα + αιτιατική= γνωρίζω κάποιον, κάτι

• οδα + τελικό απαρέμφατο= γνωρίζω να, είμαι ικανός στο να

• οδα +ειδική πρόταση= γνωρίζω ότι

• οδα +πλάγια ερωτηματική πρόταση= γνωρίζω

• οδα +κατηγορηματική μετοχή= γνωρίζω

 

ΟΜΟΡΡΙΖΑ

ιστορία, ιστορικός, ειδήμονας, είδηση, συνείδηση, συνειδητός

31 Μαρ 2013

Φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι




Ενεργητική φωνή
                                                    
αρχικοί χρόνοι 
σύνθετα
παράγωγα
ἵστημι : στήνω         
ἵστην
στήσω
ἔστησα
στήσας ἔχω    ΠΡΟΣΟΧΗ             
στήσας εἶχον

ἀνίστημι: στήνω κάτι όρθιο, ἀνασταίνω
αναστατώνω
καθίστημι: ορίζω, διορίζω, νομοθετώ
μεθίστημι: αλλάζω, μεταβάλλω
παρίστημι: παρουσιάζω
ἀνθίστημι: στήνω εναντίον
ἐφίστημι: τοποθετώ πάνω σε κάτι
+ τόν νουν: εφιστώ την
                        προσοχή
ἀφίστημι: απομακρύνω
ἀντικαθίστημι
συνίστημι: στήνω μαζί, συνδυάζω,
συγκροτώ

στάση και όλα τα σύνθετα (ανά, παρά, κατά, διά, αντί, περί, υπό, σύν, εν, εκ, μετά κ.λ.π.)
-στάτης
-στημα
-ιστώ
-στατώ
-σταίνω
σταθμός, στάθμη,

τίθημι :  θέτω, τοποθετώ
ἐτίθην
θήσω
ἔθηκα
τέθηκα/τέθεικα
ἀνατίθημι: επιρρίπτω, αναφέρω
αφιερώνω( >ανάθεμα)
κατατίθημι: πληρώνω, φυλακίζω
διατίθημι: διανέμω, διευθετώ
μετατίθημι: μεταθέτω
παρατίθημι: παραθέτω
ἐπιτίθημι: επιθέτω ( τοποθετώ επί τινος)
προτίθημι: παραθέτω
εκθέτω νεκρό (> πρόθεση)
ἐκτίθημι
προστίθημι: πλησιάζω, προσαρμόζω
συντίθημι: συνθέτω, συνάπτω,
                       κατασκευάζω
-θέτης
θέση (ανά-, παρά-, κατά-, διά-, σύν-, αντί-, επί-, υπό- εν-, εκ-,πρό-, προσ-, κ.λ.π.)
θεσμός
θήκη (και σύνθετα)
θετός
θετικός

ἵημι: ρίχνω
ἵην
-ήσω
-ηκα        προσοχή:
εῖκα         διατηρείται 
    η  δασεία.
ἵημι: ρίχνω, στέλνω
ἀνίημι: αναπέμπω, 
              στέλνω πίσω
εγκαταλείπω,χαλαρώνω
ἀφίημι: αφήνω, απολύω, πετώ,
χωρίζω, ανέχομαι
ἐφίημι: στέλνω προς κάποιον,
ρίχνω εναντίον κάποιου
απολύω, χαλαρώνω
μεθίημι
χαλαρώνω,                  αποβάλλω
προϊημι: πετώ, 
                  εκσφενδονίζω
       προαποστέλλω
ἐξίημι: αποστέλλω
παρίημι: παραλείπω, 
                  αφήνω   κάτι να   
      πέσει  κοντά
άνεση/άνετος
άφεση/αφετηρία
έφεση (επιθυμία)
ένεση
εφέτης
εφετείο
χειραφέτηση
κάθετος/καθετήρας
σύνεση
συνετός
ύφεση

δίδωμι: δίνω, παρέχω, χαρίζω
ἐδίδουν
δώσω
ἔδωκα
δέδωκα
ἐδεδώκειν
ἀναδίδωμι
δίνω προς τα πάνω
 παράγω, φέρω
διαδίδωμι: δίνω από χέρι σε χέρι
μεταδίδωμι: δίνω μέρος από κάτι
ἐπιδίδωμι: δίνω δωρεάν ως προίκα
ἀποδίδωμι: δίνω πίσω κάτι που χρωστάω
ἐνδίδωμι: δίνω στα χέρια, υποχωρώ
ἐκδίδωμι: παντρεύω την κόρη
                   δανείζω
καταδίδωμι
ἀνταποδίδωμι

δόση (αντί-, παρά-, κατά-, διά-, κ.λ.π.)
δώρο
δότης (και σύνθετα)
ανέκδοτος
ανένδοτος




Φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι
Μέση φωνή

αρχικοί χρόνοι 
σύνθετα
ἵσταμαι
ἵστάμην
στήσομαι/σταθήσομαι
ἔστην*/ἐστησάμην/ἐστάθην
ἕστηκα              

ἑστήκειν/εἱστήκειν    (βλ. Γραμμ. Σελ.
                                                                                       229)

* ΠΡΟΣΟΧΉ στο πνεύμα, στους σύνθετους τύπους

ἀνίσταμαι: σηκώνομαι όρθιος
καθίσταμαι: εγκαθίσταμαι, διορίζομαι
μεθίσταμαι: αποχωρώ, αποθνήσκω
παρίσταμαι: είμαι παρών, βοηθώ
ἀνθίσταμαι
διίσταμαι
ἐπανίσταμαι: επαναστατώ
ἐφίσταμαι: επιβάλλομαι
ἀφίσταμαι: απέχω, απομακρύνομαι
                   αποστατώ
ὑφίσταμαι: υποτάσσομαι
                   κρύπτομαι
 υπόσχομαι
προίσταμαι
τίθεμαι
ἐτιθέμην
θήσομαι/τεθήσομαι
ἐθέμην/ ἐτέθην
τέθειμαι/τέθημαι/κεῖμαι
ἐκείμην
ἀνατίθεμαι: διηγούμαι σε κάποιον και ζητώ τη γνώμη του
κατατίθεμαι: τακτοποιώ,ορίζω, αποφασίζω
διατίθεμαι:  διαθέτω κάτι κατά τη βούλησή μου, πουλώ
προτίθεμαι: προβάλλω, επιδεικνύω, προτιμώ, (παθ.) προτείνομαι, ορίζομαι
μετατίθεμαι
παρατίθεμαι
ἀντιτίθεμαι
ἐπιτίθεμαι
ἐκτίθεμαι
συντίθεμαι
ἵεμαι
ἱέμην
-ήσομαι,-εθήσομαι         
-είμην, -ηκάμην, -είθην
-εῑμαι                                    
-είμην                                   

ἀνίεμαι: είμαι χαλαρός, άνετος, απολύω
                (ανειμένως: άνετα, απεριόριστα)
ἀφίεμαι: αφήνω, ελευθερώνω
ἐφίεμαι: διατάζω
              (+ γεν.) : σφοδρά επιθυμώ
καθίεμαι: εφορμώ
συνίεμαι: έρχομαι σε συμφωνία
προϊεμαι: στέλνω κάτι μακριά, παραιτούμαι, εγκαταλείπω
                (παθ. ) απορρίπτομαι, περιφρονούμαι
ἐξίεμαι: απαλλάσσομαι από κάτι
προσίεμαι: ανέχομαι, παραδέχομαι
                + απαρ.: ριψοκινδυνεύω
ἐπαφίεμαι: εμπιστευομαι
δίδομαι
ἐδιδόμην
δώσομαι/δοθήσομαι
-εδόμην/εδόθην
δέδομαι
ἐδεδόμην
παραδίδομαι
εκδίδομαι
καταδίδομαι

                                             

22 Φεβ 2013

Συνηρημένα Ρήματα σε -άω / - ῶ



Τα φωνηεντόληκτα ρήματα με χρονικό χαρακτήρα α ή ε ή ο συναιρούν το φωνήεν αυτό στον Ενεστώτα και τον Παρατατικό με το φωνήεν των καταλήξεων που ακολουθεί και γι’ αυτό ονομάζονται συνηρημένα  ( αλλά και περισπώμενα, γιατί ο συνηρημένος τύπος τους στo α’ πρόσωπο της οριστικής  Ενεστώτα παίρνει περισπωμένη.)
Διαιρούνται  σε τρείς τάξεις:
  1. α’ τάξη --> όσα λήγουν σε -άω (χαρακτήρας α): τιμάω-τιμῶ
  2. β’ τάξη --> όσα λήγουν σε -έω (χαρακτήρας ε): ποιέω-ποι
  3. γ’ τάξη --> όσα λήγουν σε -όω (χαρακτήρας ο): δηλόω-δηλῶ

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΣΕ –ΑΩ (ΤΙΜΑ-Ω=ΤΙΜΩ΄ΘΕΜΑ: ΤΙΜΑ-)

Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ


Ενεστώτας
Παρατατικός
οριστική
(τιμάω) τιμ
(τιμάεις) τιμᾷς
(τιμάει) τιμ
(τιμάομεν) τιμῶμεν
(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμάουσι) τιμῶσι(ν)

(ἐτίμαον) ἐτίμων
(ἐτίμαες) ἐτίμας
(ἐτίμαε) ἐτίμα
(ἐτιμάομεν) ἐτιμῶμεν
(ἐτιμἀετε) ἐτιμᾶτε
(ἐτίμαον) ἐτίμων




υποτακτική



(τιμάω) τιμ
(τιμάῃς) τιμᾷς
(τιμάῃ) τιμ
(τιμάωμεν) τιμῶμεν
(τιμάητε) τιμᾶτε
(τιμάωσι) τιμῶσι(ν)



ευκτική
α’ τύπος ἐνικοῦ:
(τιμάοιμι) τιμῷμι
(τιμάοις) τιμῷς
(τιμάοι) τιμ
ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:
(τιμαοίην) τιμῴην
(τιμαοίης) τιμῴης
(τιμαοίη) τιμῴη
(τιμάοιμεν) τιμῷμεν
(τιμάοιτε) τιμῷτε
(τιμάοιεν) τιμῷεν








προστακτική


-
(τίμαε) τίμα
(τιμαέτω) τιμάτω
-
(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμαόντων) τιμώντων
ἤ (τιμαέτωσαν) τιμάτωσαν


απαρέμφατο
(τιμάειν) τιμᾶν
(ἀπὸ τὸ τιμά-εν)

μετοχή
(τιμάων) τιμῶν
(τιμάουσα) τιμῶσα
(τιμάον) τιμῶν
γενική:
(τιμάοντος) τιμῶντος
(τιμαούσης) τιμώσης
(τιμάοντος) τιμῶντος





 
Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

Ενεστώτας
Παρατατικός
οριστική
(τιμάομαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ ἤ -ει) τιμ
(τιμάεται) τιμᾶται
(τιμαόμεθα) τιμώμεθα
(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμάονται) τιμῶνται

(ἐτιμαόμην) ἐτιμώμην
(ἐτιμάου) ἐτιμ
(ἐτιμάετο) ἐτιμᾶτο
(ἐτιμαόμεθα) ἐτιμώμεθα
(ἐτιμάεσθε) ἐτιμᾶσθε
(ἐτιμάοντο) ἐτιμῶντο

υποτακτική
(τιμάωμαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ) τιμ
(τιμάηται) τιμᾶται
(τιμαώμεθα) τιμώμεθα
(τιμάησθε) τιμᾶσθε
(τιμάωνται) τιμῶνται


ευκτική
(τιμαοίμην) τιμῴμην
(τιμάοιο) τιμῷο
(τιμάοιτο) τιμῷτο
(τιμαοίμεθα) τιμῷμεθα
(τιμάοισθε) τιμῷσθε
(τιμάοισθον) τιμῷντο


προστακτική
-
(τιμάου) τιμ
(τιμαέσθω) τιμάσθω
-
(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμαέσθων) τιμάσθων
ἤ (τιμαέσθωσαν) τιμάσθωσαν


απαρέμφατο
(τιμάεσθαι) τιμᾶσθαι

μετοχή
(τιμαόμενος) τιμώμενος
(τιμαομένη) τιμωμένη
(τιμαόμενον) τιμώμενον


Παρατηρήσεις
Στα συνηρημένα ρήματα της α’ τάξης (σε -άω) γίνονται οι
ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
  1. α + ε ή α + η = ᾶ: τίμαε = τίμα, τιμάητε = τιμᾶτε΄
  2. α + ει ή α + ῃ = ᾳ: τιμάει = τιμᾷ, τιμάῃ = τιμᾷ΄
  3. α + ο ή α + ωα + ου = ω: τιμάομεν = τιμῶμεν, τιμάωσι = τιμῶσι, τιμάουσι = τιμῶσι΄
  4. α +οι = ῳ: τιμάοιμι = τιμῷμι.
Τα ρήματα ζῶ, πεινῶ, διψῶ καὶ χρῶμαι(=μεταχειρίζομαι) έχουν χαρακτήρα η και όχι α ( ζή-ω, πεινή-ω, διψή-ω, χρή-ομαι).
Κλίνονται στον Ενεστώτα και τον Παρατατικό κατά τα ρήματα σε -άω, έχουν όμως η), όπου τα ρήματα σε -άω έχουν ):


Το ρήμα ζῶ:
Οριστ. -  Υποτ. ἐνεστ. (ζή-ω) ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι(ν).
Οριστ. Παρατ. (ἔ-ζη-ον) ἔζων, ἔζης, ἔζη, ἐζῶμεν, ἐζῆτε, ἔζων.
Ευκτ. Ενεστ. (ζη-οίην) ζῴην, ζῴης, ζῴη, ζῷμεν, ζῷτε, ζῷεν.
Προστ. Ενεστ. μόνο β’ ἐν. (ζῆ-ε) ζῆ και γ’ ἐν. (ζη-έτω) ζήτω.
Απρμφ. Ενεστ. (ζῆ-εν) ζῆν, Μτχ. Ενεστ. (ζή-ων) ζῶν, ζῶσα, ζῶν.

Το ρήμα πεινῶ καὶ διψῶ:
Οριστ. - Υποτ. Ενεστ. (πεινή-ω) πεινῶ, πεινῇς, πεινῇ κτλ.
Οριστ. Παρατ. (ἐ-πείνη-ον) ἐπείνων, ἐπείνης, ἐπείνη κτλ.
Ευκτ. Ενεστ. (πεινη-οίην) πεινῴην, πεινῴης, πεινῴη κτλ.
Προστ. Ενεστ. (πείνη-ε) πείνη, πεινήτω, πεινῆτε, πεινώντων κτλ.
Απρμφ. Ενεστ. (πεινῆ-εν) πεινῆν. Μτχ. Ενεστ. (πεινή-ων) πεινῶν, -ῶσα, -ῶν.
Έτσι και (διψή-ω) διψῶ, διψῇς, διψῇ κτλ.

Το ρήμα χρῶμαι:
Οριστ. Ενεστ. (χρή-μαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται, χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται.
Παρατ. (ἐ-χρη-όμην) ἐχρώμην, ἐχρῶ, ἐχρῆτο, ἐχρώμεθα, ἐχρῆσθε, ἐχρώντο.
Υποτ. Ενεστ. (χρή-ωμαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται κτλ.
Ευκτ. Ενεστ. (χρη-οίμην) χρῴμην, χρῷο, χρῷτο, χρῴμεθα, χρῷσθε, χρῷντο.
Προστ. Ενεστ. (χρή-ου) χρῶ, χρήσθω, χρῆσθε, χρήσθων ή χρήσθωσαν.
Απρμφ. Ενεστ. (χρή-εσθαι) χρῆσθαι, μτχ. (χρη-όμενος) χρώμενος κτλ.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Σχηματίζουν τους άλλους χρόνους αφού προστεθούν στο ρηματικό θέμα οι σχετικές καταλήξεις.
Στους χρόνους αυτούς ο βραχύχρονος χαρακτήρας του θέματος εκτείνεται μπρόστά από το σύμφωνο των καταλήξεων:
Το α εκτείνεται σε η:
τιμῶ (θ. τιμα-) τιμή-σω, ἐ-τίμη-σα, τε-τίμη-κα, ἐ-τε-τιμή-κειν΄
τιμή-σομαι, ἐ-τιμη-σάμην, τιμη-θήσομαι, ἐ-τιμή-θην, τε-τίμη-μαι, ἐ-τε-τιμή-μην (έτσι και στα παράγωγα: τιμη-τός, τιμη-τέος, τιμη-τής, τίμη-μα κτλ.).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ή ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΕΣ
  1. Τα συνηρημένα ρήματα σε -άω που μπροστά από τον χαρακτήρα έχουν τον φθόγγο ε ή ι ή εκτείνουν τον χαρακτήρα α (βραχύχρονο) σε α (μακρόχρονο) (και όχι σε η) μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων.
  2. Μερικά διατηρούν τον βραχύχρονο χαρακτήρα α σε όλους τους χρόνους ή σε ορισμένους απ’ αυτούς.
  3. Μερικά διατηρούν ή εκτείνουν τον βραχύχρονο χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως παίρνουν και τον φθόγγο - σ - στο τέλος του θέματος σε ορισμένους χρόνους.
Έτσι τα ρήματα αυτά σχηματίζουν τους χρόνους ως εξής:
  1. Εκτείνουν τον χαρακτήρα α (βραχύχρονο) σε α (μακρόχρονο) (με φθόγγο ε ή ι ή ρ απὸ τον χαρακτήρα)

Αἰτιά-ομαι = -ῶμαι (=κατηγορώ), (θ. αἰτια-),
Παρατ. ᾐτιαόμην -ώμην,
Μεσ. Μέλλ. αἰτιά-σομαι,
Μεσ. Αόρ. ᾐτια-σάμην,
(Παθ. Μελλ. αἰτια-θήσομαι, μεταγενέστερο),
Παθ. Αόρ. ᾐτιά-θην,
Παρακ. ᾐτία-μαι,
Υπερσ. ᾐτιά-μην,
Ρημ. Επίθ. αἰτια-τέος.

(ἀπο)δειλιά-ω = -ῶ (=είμαι δειλός, δεν τολμώ), (θ. δειλια),
Παρατ. ἀπ-ε-δειλίαον –ων,
Μελλ. ἀπο-δειλιά-σω,
Αόρ. ἀπ-ε-δειλία-σα,
Παρακ. ἀπο-δε-δειλία-κα,
Ρημ. Επίθ. ἀπο-δειλια-τέον.

ἐά-ω = ἐῶ (=αφήνω), (θ. ἐα),
Παρατ. εἰᾶον –ων,
Μελλ. ἐά-σω, Αόρ. εἴα-σα,
Παρακ. εα-κα,
Παθ. ἐάομαι –ῶμαι,
Παρατ. δεν έχει,
Μέσ. Μέλλ. ως παθ. ἐά-σομαι,
Παθ. Αόρ. εἰά-θην,
Παρακ. εἴα-μαι,
Ρημ. Επίθ. ἐα-τέος.

Θηρά-ω = -ῶ (=κυνηγώ), (θ. θηρα-),
Παρατ. ἐ-θηράον-ων,
Μελλ. θη-ράσω,
Αόρ. ἐ-θήρα-σα,
Παρακ. τε-θήρα-κα,
Υπερσ. ἐ-τε-θηρά-κειν,
Μέσ. και Παθ. θηράομαι -ῶμαι΄
Ρημ. Επίθ. θηρα-τός, θηρα-τέος,
Παράγωγα, θηρα-τής, θήρα-μα κτλ.

ἰά-ομαι – ἰῶμαι (=γιατρεύω), (θ. ἰα-),
Παρατ. ἰαόμην -ώμην,
Μέσ. Μέλλ. ἰά-σομαι,
Μέσ. Αόρ. ἰα-σάμην,
Παθ. Αόρ. μὲ παθ. διάθ. ἰά-θην,
Ρημ. Επίθ. ἰα-τός, ἰα-τέος,
Παράγωγα α-σις, ἴαμα, ἰα-τρός κτλ.


  1. Ρήματα που διατηρούν  το βραχύχρονο χαρακτήρα α και έχουν σ μπροστά από το θ, μ, τ.

Γελά-ω = -ῶ (αρχικό θ. γελασ- Ενεστ. γελάσ-ω = γελάω-ῶ),
Παρατ. ἐγέλαον –ων,
Μέσ. μέλλ. ως Ενεργ. γελά-σομαι,
Αόρ. ἐ-γέλα-σα,
Παθ. (κατα)γελάομαι -ῶμαι,
Αόρ. ἐ-γελάσ-θην,
Παρακ. γε-γέ-λασ-μαι,
Ρημ. Επίθ. κατα-γέλασ-τος.

Σπά-ω = σπῶ (αρχικό θ. σπασ-),
Παρατ. ἔσπαον –ων,
Μέλλ. σπάσω,
Αόρ. ἔ-σπα-σα,
Παθ. σπάομαι -ῶμαι,
Παρατ. ἐ-σπαόμην -ώμην,
Μέσ. Μέλλ. σπά-σομαι,
Μέσ. Αόρ. ἐ-σπα-σάμην,
Παρακ. ἔ-σπασ-μαι,
Ρημ. Επίθ. ἀνά-σπασ-τος, ἀ-διά-σπασ-τος κτλ.

Χαλά-ω = ῶ (=χαλαρώνω), (ἀρχικὸ θ. χαλασ-),
Παρατ. ἐχάλαον –ων,
Αόρ. ἐ-χάλα-σα,
Παθ. χαλάομαι -ῶμαι,
Παθ. Αόρ. ἐ-χαλάσ-θην.


  1. Ρήματα που έχουν μακρόχρονο χαρακτήρα α και παίρνουν σ μόνο μπροστά από το θ καὶ τ.

Δρά-ω = δρῶ (=κάνω, ενεργώ), (θ. δρα- και απὸ αναλογὶα δρασ-),
Παρατ. ἔδραον –ων,
Μέλλ. δρά-σω,
Αόρ. ἔ-δρα-σα,
Παρακ. δέ-δρα-κα.
Παθ. δράομαι -ῶμαι, ἐδραόμην -ώμην,
Αόρ. ἐ-δρά-σ-θην,
Παρακ. δέ-δρα-μαι,
Ρημ. Επίθ. δρα-σ-τέον,
Παράγωγα δρᾶμα, δρᾶ-σις, δρά-σ-της κτλ.