13 Μαΐ 2014

Αδίδακτο Κείμενο, Ενότητα 14η, ΛΥΣΙΑΣ 2. 27–29



        1.  ΚΕΙΜΕΝΟ

[27] Μετὰ ταῦτα δὲ Ξέρξης ὁ τῆς Ἀσίας βασιλεύς, καταφρονήσας μὲν τῆς Ἑλλάδος, 

ἐψευσμένος δὲ τῆς ἐλπίδος,ἀτιμαζόμενος δὲ τῷ γεγενημένῳ, ἀχθόμενος δὲ τῇ συμφορᾷ, 

ὀργιζόμενος δὲ τοῖς αἰτίοις, ἀπαθὴς δ’ ὢν κακῶν καὶ ἄπειρος ἀνδρῶν ἀγαθῶν, δεκάτῳ 

ἔτει παρασκευασάμενος διακοσίαις μὲν καὶ χιλίαις ναυσὶν ἀφίκετο, τῆς δὲ πεζῆς
 

στρατιᾶς οὕτως ἄπειρον τὸ πλῆθος ἦγεν, ὥστε καὶ τὰ ἔθνη τὰ μετ’ αὐτοῦ ἀκολουθήσαντα 

πολὺ ἂν ἔργον εἴη καταλέξαι· ὃ δὲ μέγιστον σημεῖον τοῦ πλήθους· [28] ἐξὸν γὰρ
 

αὐτῷ χιλίαις ναυσὶ διαβιβάσαι κατὰ τὸ στενότατον τοῦ Ἑλλησπόντου τὴν πεζὴν στρατιὰν ἐκ 

τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην, οὐκ ἠθέλησεν, ἡγούμενος τὴν διατριβὴν αὑτῷ πολλὴν ἔσεσθαι· 

[29] ἀλλ’ ὑπεριδὼν καὶ τὰ φύσει πεφυκότα καὶ τὰ θεῖα πράγματα καὶ τὰς ἀνθρωπίνας 

διανοίας ὁδὸν μὲν διὰ τῆς θαλάττης ἐποιήσατο, πλοῦν δὲ διὰ τῆς γῆς ἠνάγκασε γενέσθαι, 

ζεύξας μὲν τὸν Ἑλλήσποντον, διορύξας δὲ τὸν Ἄθω.

ΛΥΣ 2.27–29

2. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

ἀτιμάζομαι : προσβάλλομαι
ἀχθομαι : στενοχωριέμαι
ἀπαθὴς : αχτύπητος, αναίσθητος, ο μη παθών
ἄπειρος : αμαθής, άπειρος
πεζὴ στρατιὰ : το πεζικό
ἔργον εἴη : είναι δύσκολο
καταλέγω : απαριθμώ, διηγούμαι
διατριβὴ: αργοπορία, καθυστέρηση, φθορά
ὑπερορω: περιφρονώ
διάνοια : λογική, τρόπος σκέψης
πλοῦς : πλωτός δρόμος
ζεύγνυμι : δένω, συνδέω
διορύττω : σκάβω, κατασκευάζω διώρυγα



3. Παρατηρήσεις

1.Να γραφεί η μετάφραση του κειμένου:



ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ

ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

Επιθετική είναι η μετοχή η οποία χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός ενός ουσιαστικού, με το οποίο συμφωνεί ως προς την πτώση, το γένος και τον αριθμό. Επειδή μπορεί να αναλυθεί σε αναφορική πρόταση λέγεται και "αναφορική".

Η επιθετική μετοχή ενδέχεται να συνοδεύει ένα άναρθρο ουσιαστικό, όπως στα ακόλουθα παραδείγματα:

  • ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.10 ἐντεῦθεν ἐξελαύνει εἰς Πέλτας, πόλιν οἰκουμένην || από εκεί προελαύνει και φθάνει στις Πέλτες, πόλη κατοικούμενη (αναφ.: πόλη, η οποία κατοικούνταν).
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 4.5.24 καταλαμβάνει πώλους εἰς δασμὸν βασιλεῖ ἐκτρεφομένους || αιχμαλωτίζει πουλάρια που εκτρέφονταν ως φόρος για τον βασιλιά.
Κατά κανόνα όμως η επιθετική μετοχή συνοδεύει ένα έναρθρο ουσιαστικό ή εκφέρεται και η ίδια με άρθρο, καταλαμβάνοντας την χαρακτηριστική για έναν επιθετικό προσδιορισμό θέση, δηλαδή είτε μεταξύ του άρθρου και του ουσιαστικού που προσδιορίζει, είτε, σε περίπτωση έμφασης, με επανάληψη του άρθρου μετά το ουσιαστικό:
  • ΗΡΟΔ 1.61 ἀπολαβὼν δὲ τὴν τυραννίδα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ || όταν πήρε πίσω την τυραννίδα [ο Πεισίστρατος] με τον τρόπο που αναφέρθηκε.
  • ΠΛ Απολ 21b ἦλθον ἐπί τινα τῶν δοκούντων σοφῶν εἶναι || πήγα σε κάποιον από αυτούςπου νομίζουν πως είναι σοφοί.
Η επιθετική μετοχή ενδέχεται να εκφέρεται και αυτόνομα, ουσιαστικοποιημένη μέσω του άρθρου, το οποίο έχει είτε ατομική είτε γενική σημασία, δηλώνει δηλαδή κάτι ατομικό ή κάτι καθολικό (η χρήση αυτή είναι συχνή στον Θουκυδίδη):
  • ΗΡΟΔ 1.120 τὸν παῖδα […] ἀπόπεμψαι ἐς Πέρσας καὶ τοὺς γειναμένους || το παιδί διώξτο στην Περσία και σε κείνους που το γέννησαν [στους γονείς].
  • ΘΟΥΚ 5.32.1 Σκιωναίους οἱ Ἀθηναῖοι ἐκπολιορκήσαντες ἀπέκτειναν τοὺς ἡβῶντας οι Αθηναίοι αφού κατέβαλαν με πολιορκία τους Σκιωναίους σκότωσαν αυτούς που βρίσκονταν στην ήβη [τους έφηβους].

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
Συνηρημένα σε - εω

Αδίδακτο Κείμενο, Ενότητα 13η , Ξενοφ. Απομνημονεύματα 3,9 10-11

1.ΚΕΙΜΕΝΟ

 Βασιλέας δὲ καὶ ἄρχοντας οὐ τοὺς τὰ σκῆπτρα ἔχοντας ἔφη εἶναι οὐδὲ τοὺς ὑπὸ

τῶν τυχόντων αἱρεθέντας οὐδὲ τοὺς κλήρῳ λαχόντας οὐδὲ τοὺς βιασαμένους οὐδὲ τοὺς

ἐξαπατήσαντας, ἀλλὰ τοὺς ἐπισταμένους ἄρχειν. ὁπότε γάρ τις ὁμολογήσειε τοῦ

μὲν ἄρχοντος εἶναι τὸ προστάττειν ὅ τι χρὴ ποιεῖν, τοῦ δὲ ἀρχομένου τὸ πείθεσθαι,

ἐπεδείκνυεν ἔν τε νηὶ τὸν μὲν ἐπιστάμενον ἄρχοντα, τὸν δὲ ναύκληρον καὶ τοὺς ἄλλους

τοὺς ἐν τῇ νηὶ πάντας πειθομένους τῷ ἐπισταμένῳ, καὶ ἐν γεωργίᾳ τοὺς κεκτημένους

ἀγρούς, καὶ ἐν νόσῳ τοὺς νοσοῦντας, καὶ ἐν σωμασκίᾳ τοὺς σωμασκοῦντας, καὶ τοὺς

ἄλλους πάντας οἷς ὑπάρχει τι ἐπιμελείας δεόμενον, ἂν μὲν αὐτοὶ ἡγῶνται ἐπίστασθαι

ἐπιμελεῖσθαι—· εἰ δὲ μή, τοῖς ἐπισταμένοις οὐ μόνον παροῦσι πειθομένους, ἀλλὰ

καὶ ἀπόντας μεταπεμπομένους, ὅπως ἐκείνοις πειθόμενοι τὰ δέοντα πράττωσιν· ἐν δὲ

ταλασίᾳ καὶ τὰς γυναῖκας ἐπεδείκνυεν ἀρχούσας τῶν ἀνδρῶν διὰ τὸ τὰς μὲν εἰδέναι ὅπως

χρὴ ταλασιουργεῖν, τοὺς δὲ μὴ εἰδέναι.

Ξενοφ. Απομνημονεύματα 3,9 10-11

2. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
αἱρουμαι υπό τινός : εκλέγομαι
κλήρῳ λαγχάνω : βγαίνω με κλήρωση
βιάζομαι : μεταχειρίζομαι βία
ταλασία: κατεργασία μαλλιών, γνέσιμο

3. Παρατηρήσεις

1.Να γραφεί η μετάφραση του κειμένου:

























ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ

ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ


Με σημασιολογικά κριτήρια οι επιρρηματικές μετοχές χωρίζονται στις εξής κατηγορίες: α) του τρόπου, β) χρονικές, γ) παραχωρητικές και εναντιωματικές, δ) αιτιολογικές, ε) υποθετικές, στ) τελικές.
Πέρα από αυτή τη διάκριση και με βάση το υποκείμενό τους, δηλαδή με συντακτικά
κριτήρια οι επιρρηματικές μετοχές όλων των κατηγοριών κατατάσσονται σε δύο ευρύτερα είδη:
(α) Εάν το υποκείμενο της μετοχής είναι οποιοσδήποτε πτωτικός όρος της πρότασης στην οποίαν αυτή ανήκει, τότε η επιρρηματική μετοχή λέγεται συνημμένη, καθώς "συνάπτεται", συνδέεται συντακτικά με την πρόταση που προσδιορίζει. Συνήθως η συνημμένη επιρρηματική μετοχή αναφέρεται στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο της πρότασης, όπως στo επόμενo παράδειγμα:
  • ΗΡΟΔ 3.13 Αἰγύπτιοι […] πολιορκεόμενοι χρόνῳ παρέστησαν || οι Αιγύπτιοι πολιορκήθηκαν και μετά από καιρό παραδόθηκαν.
(β) Εάν όμως το υποκείμενο της επιρρηματικής μετοχής δεν ανήκει συντακτικά στην υπόλοιπη πρόταση και αποτελεί μαζί με τη μετοχή μια ιδιαίτερη συντακτική ενότητα, τότε η επιρρηματική μετοχή λέγεται απόλυτη, καθώς είναι χωριστή, "αποδεσμευμένη" και ανεξάρτητη ως προς την σύνταξη από τους υπόλοιπους όρους της πρότασης, αποτελώντας ένα αυτόνομο διμελές "σύνταγμα". Ενώ όμως η απόλυτη μετοχή δεν αναφέρεται σε κάποιον επί μέρους όρο της υπόλοιπης πρότασης, αναφέρεται στην ολότητα αυτής της πρότασης προσδιορίζοντας και διευρύνοντας το νόημά της, πράγμα που αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι μπορεί κατά κανόνα να αναλυθεί (όπως άλλωστε και η συνημμένη επιρρηματική μετοχή) σε δευτερεύουσα επιρρηματική πρόταση.
Η απόλυτη μετοχή εκφέρεται στα ΑΕ συνήθως σε γενική πτώση (γενική απόλυτη), σπανιότερα σε αιτιατική (αιτιατική απόλυτη):
  • ΗΡΟΔ 7.154 πολιορκέοντος Ἱπποκράτεος Καλλιπολίτας τε καὶ Ναξαίους ἀνὴρ ἐφαίνετο ἐν τούτοισι τοῖσι πολέμοισι ἐὼν ὁ Γέλων λαμπρότατος || καθώς ο Ιπποκράτης πολιορκούσε τους Καλλιπολίτες και τους Ναξίους, ο Γέλων αναδεικνυόταν σε αυτούς τους πολέμους σε άντρα με ξεχωριστή γενναιότητα.
Tροπική
Δηλώνει τον τρόπο με το οποίον επιτελείται η ενέργεια του κυρίου ρήματος. Επίσης μπορεί να δηλώνει το μέσο ή και τις περιστάσεις. Η τροπική μετοχή είναι η μόνη από τις επιρρηματικές μετοχές που δεν αναλύεται σε πρόταση. Στα ΝΕ αποδίδεται με τη μετοχή -οντας/-ώντας ή με την έκφραση "με" ή "μέσω", "από" και το αντίστοιχο ουσιαστικό ή με τροπικό επίρρημα. Η τροπική μετοχή που εκφέρεται με άρνηση (οὐ) αποδίδεται με το "χωρίς να…":
  • ΗΡΟΔ 7.210 ὡς ἐσέπεσον φερόμενοι ἐς τοὺς Ἕλληνας οἱ Μῆδοι, ἔπιπτον πολλοί || και όταν οι Μήδοι έπεσαν ορμητικά [με ορμή] πάνω στους Έλληνες, σκοτώνονταν πολλοί.
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.3.3 τῶν Χαλδαίων τινὲς λῃζόμενοι ζῶσιν || μερικοί από τους Χαλδαίους ζουν ληστεύοντας, από τη ληστεία [ή: μέσω της ληστείας].
  • ΠΛ Συμπ 202b καὶ ἣ γελάσασα ἔφη || και αυτή είπε γελώντας.
Οι μετοχές ἔχων, ἄγων, λαβών, φέρων όταν συντάσσονται με ρήματα που δηλώνουν έλευση ή απέλευση έχουν τη συμβατική σημασία του "με", "μαζί με" δηλώνοντας έτσι τον τρόπο που συντελείται αυτή η κίνηση. Το ἔχων χρησιμοποιείται συνήθως για έμβια ή μη έμβια όντα που έχει κάποιος στην κατοχή του, το ἄγων και το λαβών για έμβια και μη έμβια, ενώ το φέρων μόνο για μη έμβια:
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.1 ἔρχεται ἡ Μανδάνη πρὸς τὸν πατέρα καὶ τὸν Κῦρον τὸν υἱὸν ἔχουσα η Μανδάνη πήγε στον πατέρα της μαζί με τον Κύρο, το γιο της.
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.10 σὺ δὲ πεζὴν δύναμιν ἐνθένδε ἔχων ἔρχει || φεύγεις από εδώ έχοντας μαζί σου μια δύναμη πεζικού.
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 7.7.53 ταῦτα λαβὼν καὶ τοὺς τῶν ἀδικησάντων σε ὁμήρους προσλαβὼν ἄπιθι || φύγε παίρνοντας μαζί σου αυτά [τα βόδια και τα πρόβατα] και τους όμηρους εκείνων που σε αδίκησαν.

Χρονική
Το περιεχόμενό της βρίσκεται σε μια χρονική σχέση προς την έννοια του κυρίως ρήματος. Η μετοχή αυτή μπορεί να αποδοθεί με χρονική πρόταση. Η σημασία της διευκρινίζεται και επιτείνεται με χρονικά επιρρήματα όπως το ἅμα, εὐθύς, αὐτίκα, μεταξύ, ἄρτι, ἔτι:
  • ΗΡΟΔ 1.132 ἐπισχὼν δὲ ὀλίγον χρόνον ἀποφέρεται ὁ θύσας τά κρέα || αφού περιμένει για λίγο, αυτός που κάνει τη θυσία παίρνει τα κρέατα μαζί του.
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 4.4.19 ἀκούσασι τοῖς στρατηγοῖς ταῦτα ἔδοξε τὸ στράτευμα συναγαγεῖν || αφού οι στρατηγοί άκουσαν αυτά αποφάσισαν να συγκεντρώσουν τους στρατιώτες.
  • ΠΛ Απολ 40b [τὸ θεῖον σημεῖον] πολλαχοῦ δή με ἐπέσχε λέγοντα μεταξύ || το θεϊκό σημάδι με σταματούσε σε πολλά σημεία ενώ μιλούσα [κατά τη διάρκεια του λόγου μου].
  • ΑΝΔΟΚ 1.9 ἀκροασάμενοι τῆς ἀπολογίας τότε ἤδη ψηφίζεσθε || αφού ακούσετε την απολογία, τότε ψηφίστε.
Συχνή είναι η επανάληψη του ρήματος μιας πρότασης στην ακόλουθη πρόταση σε χρονική μετοχή:
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.1.37 νῦν μὲν δειπνεῖτε παρ' ἡμῖν∙δειπνήσαντες δὲ ἀπελαύνετε ὅποι ὑμῖν θυμός || τώρα δειπνήστε μαζί μου, και όταν δειπνήσετε πηγαίνετε όπου θέλετε.
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.5.78 θάλπους μὲν οὖν καὶ ψύχους καὶ σίτων καὶ ποτῶν καὶ πόνων καὶ ὕπνου ἀνάγκη καὶ τοῖς δούλοις μεταδιδόναι· μεταδιδόντας γε μέντοι πειρᾶσθαι δεῖ ἐν τούτοις πρῶτον βελτίονας αὐτῶν φαίνεσθαι || είναι ανάγκη λοιπόν να μαθαίνουμε τους δούλους και στη ζέστη και στο κρύο και στην πείνα και στη δίψα και στους κόπους και στην αγρύπνιααφού όμως τους μάθουμε σε αυτά πρέπει να προσπαθούμε πρώτα να φαινόμαστε εμείς καλύτεροι από αυτούς σε τούτα.
Παγιωμένη είναι η χρήση και η σημασία ορισμένων μετοχών που στα ΝΕ μπορούν να αποδοθούν με επιρρήματα ή επιρρηματικές φράσεις. Τέτοιες περιπτώσεις είναι:
το ἀρχόμενος (= "αρχικά", "στην αρχή", "πρώτα"):
  • ΘΟΥΚ 4.64.1 ἅπερ καὶ ἀρχόμενος εἶπον || όπως είπα και στην αρχή.
Το ἀρξάμενος ἀπὸ ή ἔκ τινος χρησιμοποιείται, ωστόσο, με δύο διαφορετικούς τρόπους:
Αφενός δηλώνει το σημείο από όπου αρχίζει κάτι, μια χρονική περίοδος, ένας χώρος ή ένα πράγμα, και το οποίο σημείο είναι η αφετηρία μιας ενέργειας:
  • ΠΛ Λαχ 186c ἐπιθυμῶ γε τοῦ πράγματος ἐκ νέου ἀρξάμενος || επιθυμώ αυτό το πράγμα ήδη από τότε που ήμουν νέος.
  • ΗΡΟΔ 9.15 παρῆκε αὐτοῦ τὸ στρατόπεδον ἀρξάμενον ἀπὸ Ἐρυθρέων παρὰ Ὑσιάς || το στρατόπεδό του άρχιζε από τις Ερυθρές και έφτανε ώς τις Υσιές.
  • ΠΛ Αλκ1 104a οὐδενὸς φῂς ἀνθρώπων ἐνδεὴς εἶναι εἰς οὐδέν∙τὰ γὰρ ὑπάρχοντά σοι μεγάλα εἶναι, ὥστε μηδενὸς δεῖσθαι, ἀπὸ τοῦ σώματος ἀρξάμενα τελευτῶντα ἐς τὴν ψυχήν || λές ότι δεν χρειάζεσαι τίποτα από κανέναν, διότι αυτά που κατέχεις, αρχίζοντας από το σώμα και τελειώνοντας με την ψυχή, είναι τόσα πολλά και μεγάλα ώστε να μην σου λείπει τίποτα.
Αφετέρου στο αντικείμενο, στο οποίο αναφέρεται το ἀπό, αποδίδονται τα πρωτεία έναντι άλλων με την έννοια ότι αυτό παρουσιάζει σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με άλλα το περιεχόμενο του κατηγορήματος. Το ἀρξάμενος έχει έτσι εδώ τη σημασία "προ παντός", "πρώτα πρώτα", "κατεξοχήν":
  • ΠΛ Συμπ 173d δοκεῖς μοι ἀτεχνῶς πάντας ἀθλίους ἡγεῖσθαι πλὴν Σωκράτους, ἀπὸ σαυτοῦ ἀρξάμενος || μου δίνεις την εντύπωση πως θεωρείς αξιολύπητο όλο τον κόσμο εκτός από τον Σωκράτη ― και πρώτα πρώτα τον εαυτό σου.
το τελευτῶν (= "τελικά", "στο τέλος"):
  • ΠΛ Απολ 22c τελευτῶν οὖν ἐπὶ τοὺς χειροτέχνας ᾖα || στο τέλος λοιπόν άρχισα να πηγαίνω στους χειροτέχνες.
το διαλιπὼν χρόνον, μικρὸν ἐπισχών (= "μετά από λίγο χρόνο", "ύστερα από λίγο"):
  • ΑΙΣΧΙΝ 3.89 μικρὸν διαλιπὼν χρόνον πάλιν ἧκε φερόμενος εἰς τὴν ἑαυτοῦ φύσιν || μετά από λίγο χρόνο έσπευσε να επανέλθει στη φύση του.
  • ΑΙΣΧΙΝ 3.10 ὁ δὲ αὐτὸς ἀνὴρ μικρὸν ἐπισχὼν ἔξεισιν ἐκ τοῦ δικαστηρίου || ύστερα από λίγο ο ίδιος άνθρωπος βγαίνει από το δικαστήριο.
το ἀνύσας (= "επιτέλους", "στα γρήγορα"):
  • ΑΡΙΣΤΟΦ Νεφ181 ἄνοιγ' ἄνοιγ' ἀνύσας τὸ φροντιστήριον || άνοιξε, άνοιξε επιτέλους το σπουδαστήριο!
Παραχωρητική, εναντιωματική ή ενδοτική
Η μετοχή αυτή εκφράζει παραχώρηση ή αντίθεση προς ό,τι δηλώνει το κύριο ρήμα. Η σημασία της ενδέχεται να διευκρινίζεται και να επιτείνεται με επιρρήματα όπως το καί, περ, καίπερ, μερικές φορές και με το ὅμως που επιτάσσεται της μετοχής. Και αυτή μπορεί να αναλυθεί σε εναντιωματική πρόταση:
  • ΕΥΡ Ηλ 551 πολλοὶ γὰρὄντες εὐγενεῖς εἰσιν κακοί || πολλοί, αν και είναι αριστοκρατικής καταγωγής, είναι κακοήθεις.
  • ΕΥΡ Τρ 1223 θανῇ γὰρ οὐ θανοῦσα σὺν νεκρῷ || θα μοιραστείς, μολονότι δεν πέθανες, τον θάνατο με το νεκρό παδί.
  • ΗΡΟΔ 2.65 ἐοῦσα δὲ Αἴγυπτος ὅμουρος τῇ Λιβύῃ οὐ μάλα θηριώδης ἐστί || αν και συνορεύει με τη Λιβύη, η Αίγυπτος δεν έχει πολλά ζώα.
Αιτιολογική
Το περιεχόμενό της αιτιολογεί αυτό που δηλώνεται με το κατηγόρημα της πρότασης. Επιδέχεται ανάλυση σε αιτιολογική πρόταση. Προς διευκρίνιση ή ενίσχυση της σημασίας της και όταν η αιτία είναι πραγματική συνοδεύεται από το ἅτε, οἷα, οἷον. Όταν πρόκειται για αιτία σύμφωνα με τη γνώμη του υποκειμένου, συνοδεύεται από το ὡς, ὥσπερ:
  • ΣΟΦ Φιλ 1035-1036 κακῶς ὄλοισθ'· ὀλεῖσθε δ' ἠδικηκότες τὸν ἄνδρα τόνδε || κακό τέλος να έχετεκαι θα το έχετε, γιατί έχετε αδικήσει τούτον εδώ τον άνδρα [δηλαδή εμένα, τον Φιλοκτήτη].
  • ΗΡΟΔ 1.86 τοῦδε εἵνεκεν ἀνεβίβασε [τὸν Κροῖσον] ἐπὶ τὴν πυρήν, βουλόμενος εἰδέναι εἴ τις μιν δαιμόνων ῥύσεται || γι΄ αυτό ακριβώς ανέβασε τον Κροίσο στην πυρά, επειδή ήθελε να δει αν κάποιος από τους θεούς θα τον γλύτωνε.
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 1.1.4 Παρύσατις ἡ μήτηρ ὑπῆρχε τῷ Κύρῳ, φιλοῦσα αὐτὸν μᾶλλον ἢ τὸν βασιλεύοντα Ἀρταξέρξην || η Παρύσατις, η μητέρα τους, υποστήριζε από την αρχή τον Κύρο επειδή τον αγαπούσε περισσότερο από τον Αρταξέρξη που ήταν βασιλιάς.
Ενίοτε το κατηγόρημα της πρότασης όπου ανήκει η αιτιολογική μετοχή συνοδεύεται από τα οὕτω (= "έτσι", "υπ' αυτές τις συνθήκες", "γι' αυτόν τον λόγο"), διὰ τοῦτο, ἐκ τούτου (= "έτσι", "υπ' αυτές τις συνθήκες", "γι' αυτό"), που χρησιμοποιούνται ανακλητικά:
  • ΘΟΥΚ 6.61.4 βουλόμενοι αὐτὸν ἐς κρίσιν ἀγαγόντες ἀποκτεῖναι πέμπουσιν οὕτω τὴν Σαλαμινίαν ναῦν || επειδή ήθελαν να τον περάσουν από δίκη και να τον καταδικάσουν σε θάνατο, γι'αυτό έστειλαν την Σαλαμινία.
  • ΠΛ Λαχ 178b ὑμᾶς δὲ ἡμεῖς ἡγησάμενοι καὶ ἱκανοὺς γνῶναι καὶ γνόντας ἁπλῶς ἂν εἰπεῖν ἃ δοκεῖ ὑμῖν, οὕτω παρελάβομεν ἐπὶ τὴν συμβουλὴ περὶ ὧν μέλλομεν ἀνακοινοῦσθαι || επειδή θεωρήσαμε ότι εσείς είστε και ικανοί να γνωρίσετε το ορθό και, αφού το γνωρίσετε, να πείτε απερίφραστα ό,τι πιστεύετε, γι' αυτό σας προσκαλέσαμε στη σύσκεψη σχετικά με τα πράγματα που θέλουμε να σας ανακοινώσουμε.
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.3 νομίζων ἀμείνους καὶ κρείττους πολλῶν βαρβάρων ὑμᾶς εἶναι, διὰ τοῦτο προσέλαβον || σας πήρα μαζί μου επειδή έχω τη γνώμη ότι είστε πιο ανδρείοι και ανώτεροι από πολλούς βαρβάρους.
Υποθετική
Η μετοχή εκφράζει εδώ μια υπόθεση ή έναν όρο με τα οποία συναρτάται η ισχύς του κατηγορήματος. Η μετοχή αυτή μπορεί να αναλυθεί σε υποθετική πρόταση:
  • ΘΟΥΚ 1.118.3 ἐπηρώτων τὸν θεόν, εἰ πολεμοῦσιν ἄμεινον ἔσται ρωτούσαν τον θεό μήπως θα ήταν καλύτερα αν πολεμήσουν.
  • ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.28 τοὺς φίλους εὐργετοῦντες καὶ τοὺς ἐχθροὺς δυνήσεσθε κολάζειν || αν ευεργετείτε τους φίλους σας, θα μπορέσετε να τιμωρείτε και τους εχθρούς σας.
  • ΠΛ Συμπ 193d οὗ δὴ τὸν αἴτιον θεὸν ὑμνοῦντες δικαίως ἂν ὑμνοῖμεν Ἔρωτα || αν θέλουμε να υμνήσουμε τον θεό που είναι υπεύθυνος γι' αυτό, είναι δίκαιο να υμνήσουμε τον Έρωτα.
  • ΑΡΙΣΤ Ρητ 1407a38 Κροῖσος Ἅλυν διαβὰς μεγάλην ἀρχὴν καταλύσει || ο Κύρος αν περάσει τον Άλυ θα καταστρέψει ένα μεγάλο βασίλειο.
Τελική
Με τη μετοχή αυτή δηλώνεται ο σκοπός του κατηγορήματος. Εξαρτάται συνήθως από ρήματα που σημαίνουν "πηγαίνω", "έρχομαι", "στέλνω", κτό.. Ενίοτε συνοδεύεται από το ὡς και τίθεται πάντα σε χρόνο μέλλοντα. Αναλύεται σε δευτερεύουσα τελική πρόταση:
  • ΗΡΟΔ 6.70 ἐς Δελφοὺς χρησόμενος τῷ χρηστηρίῳ πορεύεται || πηγαίνει στους Δελφούς για να πάρει χρησμό.
  • ΘΟΥΚ 2.7.1. οἱ Ἀθηναῖοι παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες || οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για να πολεμήσουν.
  • ΞΕΝ ΚΑναβ 7.6.8 ἀνίσταταί τις τῶν Ἀρκάδων τοῦ Ξενοφῶντος κατηγορήσων σηκώθηκε κάποιος από τους Αρκάδες για να κατηγορήσει τον Ξενοφώντα.


ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
Συνηρημένα σε - αω

12 Μαΐ 2014

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (Β' μέρος)

6. Πλάγιος λόγος.
Αναφορικά με το φαινόμενο του πλαγίου λόγου οφείλουμε:
α) στα πλαίσια ενός κειμένου να εντοπίσουμε τους πλάγιους λόγους και να τους μετατρέψουμε σε ευθύ και
β) να μετατρέψουμε κάποια πρόταση ή περίοδο από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο.

α ) Όταν μας ζητηθεί να εντοπίσουμε τον πλάγιο λόγο σε κάποια περίοδο και κατόπιν να τον μετατρέψουμε σε ευθύ πρέπει να έχουμε να γνωρίζουμε ότι ο πλάγιος λόγος έχει τις ακόλουθες μορφές:
  • ειδική πρόταση (πρόταση του ότι, ως), μετά από ρήματα με τη σημασία “λέγω”, “γνωρίζω”, “αισθάνομαι (με τη βοήθεια κάποιας αίσθησής μου)” / λέγει ότι γηράσκει (ευθύς λόγος: γηράσκω ) 
  • ειδικό απαρέμφατο μετά από ρήματα με τη σημασία “λέγω”, “νομίζω” / φησί πράττειν (ευθύς λόγος: πράττω).
  • Κατηγορηματική μετοχή (αυτή μόνο που εξαρτάται από ρήματα αίσθησης/γνώσης/αντίληψης/δείξης/αγγελίας και μεταφράζεται με ότι... ) / αγγέλλει τούτους ερχομένους ( ευθύς λόγος:ούτοι έρχονται)
  • πλάγια ερώτηση / ερωτά αυτόν τι λέγει (ευθύς λόγος: τι λέγεις;)
  • τελικό απαρέμφατο (μόνο αυτό που εξαρτάται από ρήματα που σημαίνουν “διατάζω”, ”προτρέπω”, “αποτρέπω”, “ζητώ”, “εύχομαι”) / κελεύει σε διδάσκειν (ευθύς λόγος: δίδασκε)

Ο,τιδήποτε λοιπόν βρούμε από τα παραπάνω γνωρίζουμε ότι είναι πλάγιος λόγος.Οι τρεις πρώτες μορφές ονομάζονται πλάγιος λόγος κρίσης διότι στον ευθύ λόγο αντιστοιχούν σε κύρια πρόταση κρίσης (δηλ. σε πρόταση που εκφέρεται με μια από τις εγκλίσεις κρίσης, όπως οριστική/δυνητική οριστική/δυνητική ευκτική). Η πέμπτη μορφή ονομάζεται πλάγιος λόγος επιθυμίας, διότι στον ευθύ λόγο αντιστοιχεί σε κύρια πρόταση επιθυμίας (δηλ. σε πρόταση που εκφέρεται με μια από τις εγκλίσεις επιθυμίας, όπως προστακτική, ευχετική ευκτική, προτρεπτική υποτακτική) Η τέταρτη μορφή άλλοτε είναι πλάγιος λόγος κρίσης και άλλοτε πλάγιος λόγος επιθυμίας ανάλογα με την έγκλιση της ευθείας ερώτησης στην οποία αντιστοιχεί. Με βάση τα παραπάνω, αφού εντοπίσουμε τον πλάγιο λόγο σε μια περίοδο, προχωράμε στην μετατροπή του σε ευθύ. Αφαιρούμε κατ' αρχήν το ρήμα εξάρτησης, και στη συνέχεια μετατρέπουμε: 
α) την ειδική πρόταση / το ειδικό απρμφ./ την κατηγορηματική μετοχή σε κύρια πρόταση κρίσης , 
β) το τελικό απρμφ. σε κύρια πρόταση επιθυμίας, 
γ) την πλάγια ερώτηση σε ευθεία ερώτηση.

Αν το ρήμα εξάρτησης έχει τη σημασία “ελπίζω”, “υπόσχομαι”, απειλώ”, ”ορκίζομαι” τότε γνωρίζουμε ότι μόνο αν ακολουθεί απαρέμφατο μέλλοντα (ειδικό) έχουμε πλάγιο λόγο. Αν ακολουθεί απαρέμφατο αορίστου δεν υφίσταται πλάγιος λόγος (απλό τελικό απαρέμφατο).

β ) Όταν μας ζητηθεί να μετατρέψουμε κάποια πρόταση ή περίοδο από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο εργαζόμαστε ως εξής:
i.μετατροπή απλής (κύριας) πρότασης σε πλάγιο λόγο.
- Αν η κύρια πρόταση είναι κρίσης μπορεί να γίνει είτε ειδική πρόταση, είτε ειδικό απαρέμφατο είτε, τέλος, κατηγορηματική μετοχή. Βέβαια σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατή η μετατροπή και στις τρεις παραπάνω μορφές. Η ακριβής μορφή του πλαγίου λόγου θα καθορισθεί από το ρήμα εξάρτησης. Ύστερα λοιπόν από ρήμα εξάρτησης με τη σημασία “λέγω”, “γνωρίζω”, “αισθάνομαι (με τη βοήθεια κάποιας αίσθησής μου)” ο πλάγιος λόγος θα είναι ειδική πρόταση 
 Ε. Λ. : "  Έλληνες αεί παίδες εισίν "
 Π. Λ  : " λέγει ότι Έλληνες αεί παίδες εισίν".Ύστερα από ρήμα με τη σημασία “λέγω”, “νομίζω” ο πλάγιος λόγος θα είναι ειδικό απαρέμφατο
 Ε. Λ. : " Έλληνες αεί παίδες εισίν"
 Π. Λ : "λέγει (τους) Έλληνας αεί παίδας είναι"

Ύστερα, τέλος, από ρήμα εξάρτησης με τη σημασία “αισθάνομαι”, “γνωρίζω”, “αντιλαμβάνομαι”, “δείχνω” ο πλάγιος λόγος θα είναι κατηγ. Μετοχή /οίδε (τους) Έλληνας αεί παίδας όντας

 Αν η κύρια πρόταση είναι είναι επιθυμίας τότε θα μετατραπεί σε τελικό απαρέμφατο αρκεί το ρήμα εξάρτησης να σημαίνει “διατάζω”, ”προτρέπω”, “αποτρέπω”, “ζητώ”, “εύχομαι”
Ε. Λ. : "μη πράττετε φαύλα"
Π. Λ. : "κελεύει τούτους μη πράττειν φαύλα"

Αν η κύρια πρόταση είναι ευθεία ερώτηση, αυτή θα μετατραπεί σε πλάγια ερώτηση 
 Ε. Λ. "ποίαν οδόν επί τον βίον τράπωμαι;"
Π. Λ. " ερωτά ποίαν/οποίαν οδόν επί τον βίον τράπηται."

Στην περίπτωση που θα έχουμε μετά την μετατροπή ειδική πρόταση ή πλάγια ερώτηση θα πρέπει να προσέξουμε την έγκλιση. Γενικά, να θυμόμαστε ότι, αν το ρήμα εξάρτησης είναι παροντικού χρόνου, τότε η έγκλιση δεν υφίσταται καμιά αλλαγή.
Αν όμως το ρήμα εξάρτησης του πλάγιου λόγου είναι παρελθοντικού χρόνου τότε στη δευτερεύουσα ειδική/πλάγια ερωτηματική πρόταση πρέπει να αλλάξω την
 οριστική / υποτακτική του ευθέως λόγου  -->  Ευκτική του Πλάγιου Λόγου 
 Ε. Λ. : "Έλληνες αεί παίδες εισίν"
Π. Λ. : "λέγει (= αρκτικός χρόνος)μ ότι Έλληνες αεί παίδες εισίν " (διατήρηση της οριστικής του ευθ.λόγου)
αλλά 
Ε. Λ:  " Έλληνες αεί παίδες εισίν "
Π.Λ : "έλεγεν(= ιστορικός χρόνος)ότι Έλληνες αεί παίδες είεν "(αντικατάσταση της οριστικής του ευθ. λόγου από ευκτική του πλαγίου λόγου).Αν ωστόσο η κύρια πρόταση του ευθέως λόγου εκφέρεται με δυνητική έγκλιση (ή με οριστική παρατατικού/υπερσυντελίκου), αυτές οι εγκλίσεις στον πλάγιο λόγο παραμένουν ίδιες 
Ε. Λ. : " Έλληνες αεί παίδες αν ήσαν λέγει"  ή
Π.Λ :  έλεγεν (= αρκτικός χρόνος ή ιστορικός χρόνος, αδιάφορα)ότι Έλληνες αεί παίδες αν ήσαν"


6. Στην περίπτωση όπου θα μετατρέψουμε την κύρια πρόταση του ευθέως λόγου σε απαρέμφατο θα πρέπει να προσέξουμε την πτώση του υποκειμένου του (σε ονομαστική ή αιτιατική), να θυμόμαστε δηλαδή τους κανόνες περί ταυτοπροσωπίας και ετεροπροσωπίας.

ii. Μετατροπή περιόδου σε πλάγιο λόγο.
Αν έχω να μετατρέψω σε πλάγιο λόγο μια κύρια μαζί με μια δευτερεύουσα πρόταση, τότε πρέπει να θυμάμαι ότι η κύρια πρόταση θα μετατραπεί όπως περιγράψαμε παραπάνω (σε ειδική πρόταση - ειδικό απαρέμφατο – κατηγ.μετοχή – πλάγ.ερώτηση – τελικό απρέμφατο), ενώ η δευτερεύουσα πρόταση θα παραμείνει δευτερεύουσα με πιθανή αλλαγή της έγκλισης του ρήματός της.

Ε. Λ. : "[Χαίρω] (διότι ευδοκιμείς) " = κύρια πρόταση + δευτερεύουσα αιτιολογική
Π. Λ : "λέγει ότι χαίρει[ή :χαίρειν] διότι ευδοκιμεί" . Εδώ, επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι αρκτικού χρόνου, η έγκλιση τόσο της ειδικής όσο και της αιτιολογικής παραμένουν ίδιες Αν όμως το ρήμα εξάρτησης του πλάγιου λόγου είναι παρελθοντικού χρόνου τότε στη δευτερεύουσα πρόταση πρέπει να αλλάξω την οριστική / υποτακτική του ευθέως λόγου σε Ευκτική του Πλάγιου Λόγου.
Ε. Λ. "Χαίρω διότι ευδοκιμείς "
 Π. Λ. : "έλεγεν ότι χαίροι [ή :χαίρειν] διότι ευδοκιμοί."

Εδώ, επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι ιστορικού χρόνου, η έγκλιση τόσο της ειδικής όσο και της αιτιολογικής μετατρέπονται σε ευκτική του πλάγιου λόγου. Αν η δευτερεύουσα πρόταση εκφέρεται με δυνητική έγκλιση ή με οριστική παρατατικού / υπερσυντελίκου, τότε η έγκλισή της παραμένει ίδια.

7. Επιρρηματικοί προσδιορισμοί.

1. Επιρρήματα. 
2. Πλάγιες πτώσεις
(που αναφέρονται σε ρηματικό τύπο, αλλά δεν είναι αντικείμενό του).
3. Εμπρόθετοι.
4. Επιρρηματικές μετοχές.
5. Επιρρηματικές προτάσεις.
6. Επιρρηματικά κατηγορούμενα.

8. Τα είδη του αν
  • υποθετικό: βρίσκεται πάντα σε αρχή πρότασης, μετά από τελεία, άνω τελεία ή κόμμα. Εισάγει δευτ. υποθετική πρόταση που εκφέρεται με υποτακτική (2ο/3ο είδος υποθ. λόγων). Μεταφράζεται με αν.
  • αοριστολογικό: βρίσκεται σε δεύτερη θέση μετά από χρονικό σύνδεσμο (χρονικοϋποθετικές προτάσεις), τελικό σύνδεσμο (τελικές προτάσεις του υποτιθέμενου σκοπού) και αναφορική αντωνυμία (αναφορικοϋποθετικές προτάσεις). Συντάσσεται πάντα με υποτακτική, όπως και το υποθετικό.Μένει αμετάφραστο.
  • δυνητικό: α) με οριστική παρελθοντικού χρόνου σχηματίζει τη δυνητική οριστική. Η θέση του δεν είναι σταθερή. Συνήθως βρίσκεται λίγο πριν ή μετά το ρηματικό τύπο. Μπορεί όμως να απομακρυνθεί απ' αυτόν και να βρεθεί πολύ μπροστά στην πρόταση όταν αυτή αρχίζει με άρνηση ή ερωτηματική λέξη. Μεταφράζεται με θα + παρατατικό ή υπερσυντέλικο.
β) με ευκτική οποιουδήποτε χρόνου πλην μέλλοντα σχηματίζει τη δυνητική ευκτική. Για τη θέση του βλ. παραπάνω. Μεταφράζεται με θα + παρατατικό.
γ) με ειδικό απαρέμφατο ή με κατηγορηματική συνήθως μετοχή. Σ' αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να ισοδυναμεί στη σημασία είτε με δυνητική οριστική είτε με δυνητική ευκτική, ανάλογα με το τι επιβάλλουν τα συμφραζόμενα. Μεταφράζεται με ότι θα… + παρατατικό.

 *Στα παραδείγματα της Α.Ε. δεν εφαρμόστηκε το πολυτονικό σύστημα για "τεχνικούς" λόγους...

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (Α' Μέρος)

1. Ομοιόπτωτοι ονοματικοί προσδιορισμοί
(επιθετικοί, κατηγορηματικοί, παραθέσεις, επεξηγήσεις)

2. Ετερόπτωτοι ονοματικοί προσδιορισμοί
(τα είδη της γενικής, δοτικής, αιτιατικής)

3. Απαρέμφατο:
α) έναρθρο (λειτουργεί όπως ακριβώς και ένα ουσιαστικό)
β) άναρθρο ( 7 χρήσεις: αντικείμενο, υποκείμενο, κατηγορούμενο, επεξήγηση, τελικό του σκοπού, τελικό της αναφοράς, απόλυτο)

4. Μετοχή:
α) Κατηγορηματική ( Προσοχή στα ρήματα εξάρτησης)
β) Επιρρηματική ( προσοχή στα «σημάδια» που δείχνουν το είδος)
γ) Ανάλυση:
  • επιθετικής
(σε αναφορική πρόταση),
  • τελικής
(σε τελική πρόταση με ίνα + υποτακτική αορίστου ή 
όπως + οριστική μέλλοντα),

  • αιτιολογικής (σε αιτιολογική πρόταση με επεί, επειδή…+ οριστική ενεστώτα ή παρατατικού αν η μετοχή είναι χρόνου ενεστώτα ή με επεί, επειδή … + οριστική αορίστου αν η μετοχή είναι χρόνου αορίστου), 
  • χρονικής (σε χρονική πρόταση με ότε…+οριστική ενεστώτα ή παρατατικού αν η μετοχή είναι χρόνου ενεστώτα ή με επεί, επειδή … + οριστική αορίστου αν η μετοχή είναι χρόνου αορίστου),
  • υποθετικής  (σε υποθετική πρόταση με ει + οριστική ή αν …+ υποτακτική ή ει + ευκτική, ανάλογα με το ρήμα εξάρτησης που αποτελεί την απόδοση),
  • εναντιωματικής (σε εναντιωματική πρόταση, παρόμοια με την υποθετική).

5. Δευτερεύουσες προτάσεις.

Α) ΕΙΔΙΚΕΣ: εισάγονται με τους ειδικούς συνδέσμους τι, ς. Εκφράζουν κρίση (υποκειμενική με το ς και αντικειμενική με το τι). Εκφέρονται με τις εγκλίσεις κρίσεως και ευκτική του πλαγίου λόγου αν εξαρτηθούν από ρήμα ιστορικού χρόνου. Χρησιμεύουν ως υποκείμενα, αντικείμενα και επεξηγήσεις. Είναι προτάσεις ονοματικές.



Β) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ: εισάγονται με τους αιτιολογικούς συνδέσμους
ς, τι, διότι, πεί, πειδή, τε, πότε. Εκφράζουν κρίση. Εκφέρονται με τις ίδιες εγκλίσεις των ειδικών δευτερευουσών προτάσεων. Χρησιμεύουν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί της αιτίας. Είναι προτάσεις επιρρηματικές
  • Αν εξαρτηθούν από ρήμα ψυχικού πάθους, εισάγονται με το ότι για αντικειμενική αιτία ή με το ει για υποθετική αιτιολογία. 
  • Οι αιτιολογικές που εισάγονται με ει και εξαρτώνται από τις απρόσωπες εκφράσεις αισχρόν εστί, θααυμαστόν εστι, δεινόν εστί είναι ονοματικές και λειτουργούν ως υποκείμενα στις απρόσωπες αυτές εκφράσεις.
  •  Οι αιτιολογικές λειτουργούν και ως επεξήγηση σε εμπρόθετο προσδιορισμό της αιτίας της πρότασης εξάρτησης.

Γ) ΤΕΛΙΚΕΣ: εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους
να, πως, ς (οι αρνητικές και με σκέτο μη). Εκφράζουν επιθυμία. Εκφέρονται με υποτακτική (προσδωκόμενος σκοπός), ευκτική του πλαγίου λόγου και οριστική ιστορικού χρόνου (για ανεκπλήρωτο σκοπό). Χρησιμεύουν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του σκοπού. Επομένως, είναι προτάσεις επιρρηματικές.

  • Οι τελικές λειτουργούν και ως επεξήγηση σε εμπρόθετο προσδιορισμό του σκοπού της πρότασης εξάρτησης.

Δ) ΕΝΔΟΙΑΣΤΙΚΕΣ (φόβου ή διστακτικές): εισάγονται με τους ενδοιαστικούς συνδέσμους μή, μ ο.
Εκφράζουν κρίση ή επιθυμία. Εκφέρονται με υποτακτική (για φόβο προσδοκώμενο), ευκτική του πλαγίου λόγου, αν εξαρτηθούν από ρήμα ιστορικού χρόνου, και οριστική για φόβο πραγματοποιημένο. Χρησιμεύουν ως υποκείμενα, αντικείμενα και επεξηγήσεις. Επομένως, είναι προτάσεις ονοματικές.

Ε) ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ: εισάγονται με τους υποθετικούς συνδέσμους
ε, άν, ν, ν. Εκφράζουν κυρίως κρίση.
Εκφέρονται με απλή οριστική (1ο & 2ο είδος), υποτακτική (3ο & 4ο είδος) και ευκτική (5ο & 6ο είδος). Χρησιμεύουν ως βάση νοήματος μιας κύριας πρότασης. Επομένως, είναι προτάσεις επιρρηματικές.

Παρατηρήσεις στους υποθετικούς λόγους:
Υποθετικός λόγος είναι το ζεύγος που σχηματίζουν μια δευτερεύουσα υποθετική πρόταση μαζί με την απόδοσή της.Ανάλογα με τη μορφή της απόδοσης μπορούμε να κάνουμε λόγο για :  α)ανεξάρτητους, β) πλαγιασμένους και γ) εξαρτημένους υποθ. λόγους. Πιο αναλυτικά :

α) Ανεξάρτητος υποθ. λόγος
είναι εκείνος στον οποίο η απόδοση είναι το ρήμα κύριας πρότασης .

β) πλαγιασμένος υποθ. λόγος
είναι εκείνος στον οποίο η απόδοση είναι ένα από τα είδη του πλαγίου λόγου, δηλ.:
ειδική πρόταση
ειδικό απαρέμφατο
τελικό απαρέμφατο που εξαρτάται από ρήματα που σημαίνουν διατάζω, προτρέπω/αποτρέπω, απαγορεύω, συμβουλεύω ...
κατηγορηματική μτχ. που εξαρτάται από ρήματα αίσθησης κι αντίληψης (είναι αυτή που μεταφράζεται με ότι...)
πλάγια ερώτηση
Ειδικότερα: 
  • Αν σε μια περίοδο έχουμε 3 τουλάχιστον προτάσεις (Κύρια Πρόταση + Υποθ. Πρόταση + Ειδική πρόταση) τότε τον ρόλο της απόδοσης συνήθως τον έχει η Ειδική πρόταση.
  • Σε μια περίοδο αποτελούμενη από 2 προτάσεις (Κύρια Πρόταση + Υποθετική πρόταση) το ρόλο της απόδοσης τον έχει:το ρήμα της Κύρια Πρόταση εφόσον μέσα στην Κύρια Πρόταση δεν υπάρχει μορφή πλαγίου λόγου, δηλ. Ειδικό απρμφ., Τελικό απρμφ. εξαρτώμενο από ρήμα προτροπής, αποτροπής…, Κατηγορηματική μετοχή εξαρτώμενη από ρήμα αίσθησης, γνώσης….Αν όμως στην ΚΠ υπάρχουν τα παραπάνω, τότε αυτά επιτελούν το ρόλο της απόδοσης.

[γ) εξαρτημένος υποθ. λόγος είναι εκείνος στον οποίο η απόδοση είναι:

οποιαδήποτε δευτερεύουσα πρόταση (εκτός από ειδική / πλ. ερωτηματική)
τελικό απαρέμφατο, αρκεί να μην εξαρτάται από ρήματα με τις σημασίες που είδαμε παραπάνω.
οποιαδήποτε μετοχή, πλην της κατηγορηματικής που μεταφράζεται με ότι....]

Λανθάνοντες υποθετικοί λόγοι
Λανθάνοντες είναι οι υποθ. λόγοι στους οποίους η υπόθεση δεν είναι δευτερεύουσα υποθετική πρόταση αλλά κάποια ισοδύναμη έκφραση: εναντιωματική πρόταση
                                                                      • χρονικοϋποθετική πρόταση
                                                                      • αναφορικοϋποθετική πρόταση
                                                                      • τελική πρόταση
                                                                      • υποθετική μετοχή
                                                                      • εναντιωματική μετοχή
                                                                      • αναφορικοϋποθετική μετοχή
                                                                      • χρονικοϋποθετική μετοχή

Πρέπει, επομένως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί, διότι, αν μας ζητηθεί να εντοπίσουμε σε ένα κείμενο και να αναγνωρίσουμε τους υποθετικούς λόγους, πρέπει να έχουμε όλα τα παραπάνω υπόψη.

ΣΤ) ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ / ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ: εισάγονται με τους συνδέσμους ε καί, ἐὰν καί, ν καί, κα ε, κα ν, κν, οδ’ ε, οδ’ άν, μηδ’ άν. Εκφράζουν κρίση. Εκφέρονται με οριστική, υποτακτική και ευκτική, όπως και οι υποθετικές. Είναι λανθάνουσες υποθέσεις. Δηλώνουν εναντίωση προς την κύρια πρόταση. Επομένως, είναι προτάσεις επιρρηματικές.

Ζ) ΧΡΟΝΙΚΕΣ: εισάγονται με τους χρονικούς συνδέσμους
τε, πότε, πεί, πειδή, πρίν, ταν, πόταν. Εκφράζουν κρίση ή επιθυμία. Εκφέρονται με οριστική (καθαρές), υποτακτική και ευκτική (χρονικοϋποθετικές, λανθάνουσες υποθέσεις). Χρησιμεύουν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του χρόνου. Επομένως, είναι προτάσεις επιρρηματικές.

1.Χρονικοϋποθετικές είναι οι χρονικές προτάσεις που εκφέρονται συνήθως με υποτακτική και ευκτική. Όσες μάλιστα εκφέρονται με υποτακτική δεν εισάγονται απλώς με κάποιο χρονικό σύνδεσμο αλλά με χρονικό σύνδεσμο ακολουθούμενο από το αοριστολογικό
αν (όταν αντί ότε, επειδάναντί επειδή, οπόταν αντί οπότε, επάν αντί επεί,πριν αν αντί πριν ...)

2. Αναφορικοϋποθετικές είναι οι αναφορικές προτάσεις που εκφέρονται συνήθως με υποτακτική και ευκτική. Όσες μάλιστα εκφέρονται με υποτακτική δεν εισάγονται απλώς με κάποια αναφορική αντωνυμία αλλά με αναφορική αντωνυμία ακολουθούμενη από το αοριστολογικό
αν
3.Αναφορικοϋποθετική είναι συνήθως η επιθετική μετοχή που μεταξύ αυτής και του άρθρου της υπάρχει άρνηση μή
4.Χρονικοϋποθετική είναι η μετοχή αορίστου που δεν μεταφράζεται με αόριστο αλλά με μέλλοντα.

Ο χρονικός σύνδεσμος πρν εισάγει χρονικές απαρεμφατικές δευτερεύουσες προτάσεις.

Η) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ: εισάγονται με τους συμπερασματικούς συνδέσμους στε, ς, φ’ , φ’ τε. Εκφράζουν κρίση ή επιθυμία. Εκφέρονται με οριστική, δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική. Δηλώνουν συμπέρασμα ή επακόλουθο. Επομένως, είναι προτάσεις επιρρηματικές.

1) Ο συμπερασματικός σύνδεσμος στε εισάγει συμπερασματικές απαρεμφατικές δευτερεύουσες προτάσεις, που δηλώνουν υποκειμενικό συμπέρασμα ή φυσικό επακόλουθο, όρο ή συμφωνία, σκοπό.
2)Τα φ’,φ’ τε συντάσσονται επίσης με απαρέμφατο και δηλώνουν όρο ή συμφωνία.

Θ) ΠΛΑΓΙΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ: εισάγονται με :
ε, ε, ετε – ετε (ολικής άγνοιας), με ερωτηματικές αντωνυμίες και ερωτηματικά επιρρήματα (μερικής άγνοιας), καθώς και με αναφορικές αντωνυμίες και αναφορικά επιρρήματα (μερικής άγνοιας). Εκφράζουν κρίση ή επιθυμία. Εκφέρονται με απλή οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική, απορηματική υποτακτική, και ευκτική του πλαγίου λόγου. Χρησιμεύουν ως υποκείμενα, αντικείμενα και επεξηγήσεις. Επομένως, είναι προτάσεις ονοματικές.

Ι) ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ:

α)ΑΠΛΕΣ: εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες και αναφορικά επιρρήματα. Εκφράζουν κρίση ή επιθυμία. Εκφέρονται με απλή οριστική, δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική, όταν εκφράζουν κρίση. Εκφέρονται με υποτακτική, ευχετική ευκτική και προστακτική, όταν εκφράζουν επιθυμία. Χρησιμεύουν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί ή αντικαθιστούν ουσιαστικό – επίθετο. Επομένως, είναι προτάσεις άλλοτε επιρρηματικές και άλλοτε ονοματικές.

β) ΜΕΙΚΤΕΣ:
αναφορικο-τελικές,
αναφορικο-αιτιολογικές,
αναφορικο-υποθετικές,
αναφορικές-παραβολικές,
αναφορικο-συμπερασματικές.


  • Οι αναφορικο-αιτιολογικές εξαρτώνται από ρήμα ψυχικού πάθους.Οι αναφορικο-τελικές εξαρτώνται από ρήμα κίνησης ή σκόπιμης ενέργειας και εκφέρονται με οριστική μέλλοντα.Οι αναφορικο-υποθετικές εκφέρονται με υποτακτική ή ευκτική.Οι αναφορικο-συμπερασματικές συνήθως εξαρτώνται από πρόταση με δεικτική αντωνυμία ή δεικτικό επίρρημα. Συχνά εκφέρονται με απαρέμφατο.Οι προτάσεις με ώσπερ είναι αναφορικο-παραβολικές (συνήθως εννοείται το ρήμα τους από τον αμέσως προηγούμενο ρηματικό τύπο)

  • Τα αναφορικά στην αρχή περιόδου – ημιπεριόδου δεν εισάγουν δευτερεύουσα αναφορική πρόταση, αλλά κύρια. Στην περίπτωση αυτή πρέπει το αναφορικό να αναφέρεται στα προηγούμενα και ισοδυναμεί στη μετάφραση συνήθως με δεικτική αντωνυμία.

Γενικά, για τις δευτερεύουσες προτάσεις:

Προσέχουμε τους συνδέσμους εισαγωγής  και τα ρήματα εξάρτησης. 
α) στις προτάσεις που εισάγονται με τα: ως, όπως, ει,ότι , ό,τι, επει(δή), μη
ως: ειδικές, πλάγιες ερωτηματικές, τελικές, χρονικές, αιτιολογικές, πααβολικές, συμπερασματικές.
ότι: ειδικές, αιτιολογικές
όπως: πλάγιες ερωτηματικές, τελικές
ει: πλάγιες ερωτηματικές, αιτιολογικές, υποθετικές, εναντιωματικές/παραχωρητικές (σε συνδυασμό με το «και»)
μη: ενδοιαστικές τελικές
ό,τι: αναφορικές, πλάγιες ερωτηματικές
επει(δή): αιτιολογικές, χρονικές
β)στις χρονικές με «πριν» , συμπερασματικές με «ως», «ώστε», «εφ’ω(τε)», γιατί συνήθως αντί ρήματος εκφέρονται με απαρέμφατο.
γ) στις υποθετικές ( να γνωρίζεις τα είδη των υποθετικών λόγων)
δ) στις εναντιωματικές / παραχωρητικές, αναφορικοϋποθετικές, χρονικοϋποθετικές, γιατί και σ’ αυτές κάνουμε αναγνώριση υποθετικού λόγου (λανθάνουσες υποθέσεις).